Οι τρεις διαστάσεις

Ζούσε μια φορά, σε μια γειτονιά κάπου στο κέντρο της Αθήνας, μια όμορφη κοπέλα.
Η Ευγενία, ήταν μοναχοκόρη, από γονείς εύπορους, ευγενικούς και αγαπητούς σε όλη τη γειτονιά.
Μεγάλωσαν την Ευγενία με πολλή αγάπη, φροντίδα και καλοσύνη. Της πρόσφεραν ότι καλύτερο είχαν.
Η Ευγενία όμως, ορφάνεψε αρκετά νωρίς, μόλις τελείωσε το Πανεπιστήμιο. Τη μέρα που πήρε το πτυχίο της Νομικής, έφυγε από τη ζωή ο πατέρας της, ο Σπύρος. Όνειρο του ήταν να συνεχίσει τη δικηγορία η κόρη του, καθώς και ο ίδιος ήταν από τους καλύτερους δικηγόρους της Αθήνας.
Η μητέρα της η Ουρανία, φιλόλογος, ήταν απαρηγόρητη για την απώλεια του αγαπημένου συζύγου της. Όπως και η Ευγενία, η κόρη της.
Περνούσαν τα βράδια τους πάντα μαζί, μέχρι τη μέρα που έφυγε από τη ζωή και η μητέρα της.

Η Ευγενία τώρα έμεινε ολομόναχη.
Άρχισε να ζει σε τρεις διαστάσεις.
Πότε στο παρελθόν, πότε στο παρόν, πότε στο μέλλον.
Αυτός ο τρόπος εναλλαγής χρονικότητας, την παρηγορούσε, μείωνε τον πόνο της και μαλάκωνε τη μοναξιά της.
Η Ευγενία αγαπούσε πολύ ένα καναρινάκι, τον Τζίνο, που της είχε κάνει δώρο ο αγαπημένος πατέρας της.
Κάθε πρωί την ξυπνούσε με το γλυκόλαλο κελάηδημα του.

Μια μέρα στο γραφείο, την επισκέφτηκε ο Θανάσης.
Είχε πεθάνει πρόσφατα η γυναίκα του και έπρεπε να τακτοποιήσει τα κληρονομικά της οικογένειας. Παιδιά δεν είχαν, αλλά η συγχωρεμένη είχε δύο αδελφές, που πάντα ζήλευαν την αδελφή τους, επειδή ήταν σε όλα της καλύτερη από αυτές.

Χρειάστηκε να πάει αρκετές φορές ο Θανάσης στο γραφείο της Ευγενίας.
Κάθε φορά ήταν και πιο γλυκός, όλο και πιο ευγενικός μαζί της.
Η Ευγενία άρχισε σιγά - σιγά πάλι να χαμογελάει. Δεν έβλεπε την ώρα πότε θα τον ξαναδεί, κάθε φορά που έφευγε από το γραφείο της ο Θανάσης.

Στο μυαλό της τα βράδια πριν κοιμηθεί, έκανε σενάρια, έβλεπε τη ζωή της μαζί με τον Θανάση, πριν πολλά, πολλά χρόνια.
Ήταν μαζί σε μια άλλη χώρα, αγαπημένοι. Ζευγάρι.

Στα όνειρα της συνέχιζε να βλέπει πως ήταν με τον Ηλία, όπως τον έλεγαν τότε τον Θανάση, πολύ ευτυχισμένη.

'Ένα πρωί, ο Θανάσης πήγε στο γραφείο της Ευγενίας κρατώντας μια ωραία γλάστρα με ροζ ορτανσίες!

Μα πώς ήξερε ότι της άρεσαν τόσο πολύ αυτά τα υπέροχα άνθη, αναρωτήθηκε η Ευγενία. 
Τον ευχαρίστησε, πήρε τη γλάστρα, την έβαλε δίπλα από το φωτεινό παράθυρο με τις γαλάζιες κουρτίνες κι άνοιξε να διαβάσει την καρτούλα που της είχε γράψει.
-Αγαπημένη μου Ελίνα, επιτέλους σε ξαναβρίσκω, εύχομαι να με θυμάσαι τόσο καλά όσο κι εγώ.

Η Ευγενία ένιωσε σαν να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
Βέβαια και θυμήθηκε πως παλιά, σε μια άλλη, περασμένη ζωή, λεγόταν Ελίνα.

Μα τι θαύμα ήταν αυτό; Τι παραμυθένια αλήθεια ζούσαν αυτή τη στιγμή;
Η Ευγενία σάστισε.
Σκέφτηκε αστραπιαία μήπως όλο αυτό συνέβαινε στη φαντασία της. 
Μήπως είχε φύγει από το παρόν πάλι;
Την έφερε πίσω στην πραγματικότητα ο Θανάσης.
-Έλα Ευγενία, πες μου κάτι.
Αλήθεια θυμάσαι τότε;
Μίλα μου.
Θέλω να τα θυμηθούμε όλα μαζί, και τώρα να είμαστε ξανά μαζί και πιο αγαπημένοι από τότε. Θέλεις;

Η Ευγενία ένιωθε μουδιασμένο το κεφάλι της, το σώμα της, κάθε σημείο του είναι της.
Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που ζούσε τώρα.
Το παρελθόν συνάντησε το παρόν.
-Μα γίνονται αυτά; Ψέλλισε με όση δύναμη της είχε απομείνει στη φωνή της.
-Και βέβαια γίνονται αγάπη μου, τι νόμισες; Ότι τέτοια αγάπη που είχαμε μεταξύ μας θα χανόταν, επειδή αυτός ο βάρβαρος που λέγεται θάνατος, θα μπορούσε να μας χωρίσει για πάντα;

Ο Θανάσης με την Ευγενία είναι τώρα πάλι μαζί ένα αχώριστο, αγαπημένο ζευγάρι.
Η ζωή στάθηκε γαλαντόμα απέναντι στην Ευγενία. Στο μεγάλο κενό που ένιωσε χάνοντας και τους δύο γονείς σε σύντομο χρονικό διάστημα, της έφερε αυτή τη μεγάλη αγάπη.
Τώρα θα μπορεί να ζήσει και το μέλλον, κάνοντας πολλά όνειρα με τον αγαπημένο της Θανάση.
Και όχι μόνο όνειρα, αλλά και σχέδια που θα τα πραγματοποιούν αναπνέοντας τον ίδιο αέρα, αυτόν που είναι αρωματισμένος με το ομορφότερο άρωμα του κόσμου αυτού.
Το άρωμα της αγάπης.


Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο