Πρωινό τηλεφώνημα

Αυτές τις μέρες, λίγο πολύ βγάζουμε τον κρυμμένο μας εαυτό. Συνηθίζεται στις δυσκολίες ο άνθρωπος ν' απελευθερώνει ένα καλά κρυμμένο βαρύ φορτίο που έχει στην ψυχή. Διανύουμε την περίοδο του εγκλεισμού μας στα σπίτια μας λόγω κόβιντ.
Η φίλη μου λοιπόν η κυρία Ελένη, μου εξομολογήθηκε πρωί - πρωί από το τηλέφωνο κάποια μυστικά της.
Αναρωτήθηκα γιατί. Την γνωρίζω περίπου 7 χρόνια, είναι πάνω από 80 χρόνων, την βλέπω σα γιαγιά μου και την αγαπάω. Γνωριστήκαμε πριν λίγο καιρό σε μια παρουσίαση βιβλίου, στην οποία είχα επιμεληθεί την οργάνωση και την παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής.

Όταν τελειώσαμε, με πλησίασε και μου είπε με χαρά μικρού παιδιού πως κι εκείνη γράφει ποιήματα και θα ήθελε να τα διαβάσω για της πω τη γνώμη μου. Έτσι ξεκίνησε η φιλία μας.
Μου αρέσει να κάνω παρέα με μεγαλύτερους ανθρώπους και να αντλώ λίγη από τη σοφία τους. Δεν γνώρισα γιαγιά και παππού κι έτσι συμπληρώνω αυτή την έλλειψη μου με κάποιους αξιόλογους ανθρώπους που έχω την τύχη να γνωρίσω.

Η κυρία Ελένη ζούσε πολλά χρόνια στην Αμερική. Είχε έναν οίκο μόδας εκεί αρκετά γνωστό. Χώρισε πολύ νωρίς από τον άνδρα της αφού είχε αποκτήσει μια κόρη.

'Έκανε λοιπόν τον κύκλο της επαγγελματικής της καριέρας και επέστρεψε στην Ελλάδα.
Η κόρη της έκανε δική της οικογένεια και απέκτησε κι αυτή μια κόρη.
Η κυρία Ελένη πέρασε πολύ άσχημα με τον άνδρα της που παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία. Όταν χώρισε έμεινε μόνη της, κλείστηκε στον εαυτόν της και ο μόνος της εξομολόγος, ήταν τα χαρτιά της. Η κόρη και η οικογένεια της δεν την ενθάρρυναν καθόλου στο να γράφει, αντίθετα την κορόιδευαν και της έλεγαν υποτιμητικά.
-Εσύ είσαι μια μοδίστρα, τι δουλειά έχεις με την ποίηση. Θα μας κάνεις ρεζίλι.
Στεναχώρια μεγάλη είχε η κυρία Ελένη. Χρόνια τώρα. Πολλά χρόνια. Μια γυναίκα πανέμορφη, ταλαντούχα, έξυπνη, εργατική, καλοσυνάτη. Κι όμως τόσο άτυχη και μόνη.

Έχω διαβάσει τα ποιήματα της. Είναι αρκετά καλά, αληθινά και γεμάτα από την πείρα της ζωής της που αποτυπώνει με έναν ιδιαίτερο, δικό της τρόπο.
Σήμερα λοιπόν το πρωί μου τηλεφώνησε, τρομοκρατημένη από τα γεγονότα, κι έτσι ολομόναχη που είναι στο σπίτι της, ήθελε να μου διαβάσει ένα ποίημα που έγραψε τα ξημερώματα για να της πω τη γνώμη μου.
Με μεγάλη μου χαρά την άκουσα. Το ποίημα ήταν πολύ δυνατό. Σαν ασπίδα ήταν στην ασχήμια που απλώνεται απειλητικά γύρω μας.
- Μπράβο της είπα ενθουσιασμένη. Ίσως είναι το καλύτερο σας ποίημα. Γράψτε, γράψτε κι άλλα, έχετε ταλέντο, πολύ ταλέντο. Και κάποια στιγμή θα σας βοηθήσω να εκδώσετε κι εσείς το δικό σας βιβλίο. Σας το υπόσχομαι κυρία Ελένη.

Συγκινημένη μου έδωσε την ευχή της και μου είπε.
-Αχ κοριτσάκι μου, μακάρι να είχα εσένα κόρη, εγγονή οτιδήποτε και να ήσουν, αρκεί να σε είχα κοντά μου. Η ζωή μου θα ήταν εντελώς διαφορετική.
- Είδες παιδί μου πόσο άδικη είναι η ζωή καμιά φορά;

Δεν άφησα τη συγκίνηση να μας ρίξει, άλλαξα συζήτηση, της είπα ανέκδοτα γελάσαμε πολύ και είπαμε ότι, όταν με το καλό τελειώσει το μαρτύριο του αυτοπεριορισμού μας, να βρεθούμε και να φτιάξει τους απίθανους Συριανούς λουκουμάδες να φάμε.

Η κυρία Ελένη κατάγεται από το όμορφο νησί της Σύρου κι έχω μάθει πολλά μυστικά της ιδιαίτερης νησιώτικης κουζίνας τους.
Της υποσχέθηκα κλείνοντας το τηλέφωνο ότι όταν με το καλό ολοκληρώσουμε το βιβλίο της, θα αναλάβω εγώ την οργάνωση και την παρουσίαση του και σίγουρα θα σκίσει.
Με ένα παράπονο και με φωνή σπασμένη από συγκίνηση μου είπε:
-Μακάρι παιδί μου, αρκεί να ζήσω, γιατί φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Τόσος κόσμος πεθαίνει κάθε μέρα.
-Θα ζήσετε κυρία Ελένη, γιατί χρωστάτε να δώσετε αυτή τη χαρά στον εαυτό σας. Κι εγώ είμαι δίπλα σας. Σας ξαναλέω, το βιβλίο σας θα σκίσει και θα αποδείξετε στην οικογένεια σας ότι σας αδίκησαν.
-Σε ευχαριστώ παιδί μου την ευχή μου να έχεις πάντα.

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο