Ο δρόμος με τα
νυχτολούλουδα
Ο δρόμος μύριζε νυχτολούλουδο.
'Έξαλλη ήταν η
χτεσινή νύχτα.
Επάνω στη μια
ρόδα της μηχανής του χρόνου
ισορροπούσε
ανάμεσα σε μια ιδέα και στη νότα...'' μι'' μινόρε.
Ήταν θεσπέσια η
μουσική κι ακόμα πιο μαγευτικό
το άρωμα του
νυχτολούλουδου.
Ξεπέρασε τα όρια
της φαντασίας της κι αυτή τη φορά.
Της άρεσε να
ισορροπεί
πότε στη μια ρόδα
της χρονομηχανής,
πότε στα αδιόρατα
πλαίσια της ασπίδας προστασίας.
Τα πλούσια μαλλιά
της ανέμιζαν πλεγμένα
με το άρωμα του
νυχτολούλουδου.
Ένιωθε να πετάει
ελεύθερη στο άχρονο διηνεκές.
Ένα φρενάρισμα
όμως δυνατό,
σταμάτησε τη
νυχτερινή αυτή διαδρομή.
Ξημέρωσε.
Στην ώρα του,
ξεπρόβαλε από τη γνωστή θέση,
ένας γόης ήλιος
εκθαμβωτικός.
Στην τροχιά της
νέας μέρας,
κράτησε στη σκέψη
της το άρωμα του νυχτολούλουδου
και τη νυχτερινή
διαδρομή από το σκοτάδι στο φως.
Περαστική ήταν κι
αυτή, όπως όλες οι νύχτες μέχρι την Ανάσταση.
Έμεινε κουκουλωμένη εκεί στην αγκαλιά της έμπνευσης.
Ένιωθε ασφάλεια και θαλπωρή κι αδημονούσε να γεμίσει τις επόμενες σελίδες της ζωής
με νέες ανάσες, τονωτικές,
ξέγνοιαστες και μοναδικές.

Όπως ο ήλιος δεν περιμένει παρακλήσεις και καλοπιάσματα, αλλά ανατέλλει και ευθύς λάμπει και τους αγκαλιάζει όλους, έτσι και εσύ μην περιμένεις θόρυβο και επαίνους, για να κάνεις κάτι καλό, αλλά να ευεργετείς χωρίς υστεροβουλία, και θα αγαπηθείς όπως ο ήλιος.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕπίκτητος
Στωικός φιλόσοφος (50 μ.Χ.-120 μ.Χ.)